ὕστατον

ὕστατον
ὕστατος
masc acc sg
ὕστατος
neut nom/voc/acc sg
ὕστερος
latter
masc acc sg
ὕστερος
latter
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ύστατος — η, ο / ὕστατος, άτη, ον, ΝΜΑ (με χρον. και τοπ. σημ.) τελευταίος, έσχατος (α. «ήρθε την ύστατη στιγμή» β. «ἅμα θ oἱ πρῶτοι τε καὶ ὕστατοι», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. (για αξίωμα ή βαθμό) ανώτατος, ύψιστος 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ὑστατη (ενν. ἡμέρα) η… …   Dictionary of Greek

  • Archaeological Museum of Corfu — The Archaeological Museum of Corfu ( el. Αρχαιολογικό Μουσείο Κέρκυρας) in Corfu, Greece was built between 1962 1965. The museum land was donated by the city of Corfu. Its initial purpose was to house the archaeological finds from the Temple of… …   Wikipedia

  • лебединая песня — (иноск.) предсмертное сочинение Ср. Великому великая награда, Когда поэт песнь лебедя пропел И, внемля ей, народ осиротел. В.С. Курочкин. 18 го июля 1857 (смерть Беранже). Ср. Раз среди их шума раздался чудесный Голос, всю пронзивший бездну… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Лебединая песня — Лебединая пѣсня (иноск.) предсмертное сочиненіе. Ср. Великому великая награда, Когда поэтъ пѣснь лебедя пропѣлъ И, внемля ей, народъ осиротѣлъ. В. С. Курочкинъ. 18 го іюля 1857 (смерть Беранже). Ср. Разъ среди ихъ шума раздался чудесный Голосъ,… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δίαυλος — (I) ο (ΑΝ) 1. στενή δίοδος, στενωπός, στενό 2. στενό που συνδέει δύο θάλασσες, πορθμός, μπουγάζι «οὗ δὴ στενὸν δίαυλον ᾤκισται πέτρας δεινὴ Χάρυβδις» (Ευρ. Τρωάδ.) νεοελλ. ναυτ. ελεύθερος χώρος ανάμεσα σε πεδία ναρκών αρχ. 1. αγώνισμα δρόμου… …   Dictionary of Greek

  • κύκνος — I Ορεινός οικισμός (υψόμ. 580 μ., 249 κάτ.) του νομού Ξάνθης. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού, 22 χλμ. ΒΔ της πόλης της Ξάνθης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μύκης. II (Αστρον.). Αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου. Βρίσκεται ανάμεσα στον… …   Dictionary of Greek

  • προκαταλαμβάνω — ΝΜΑ (κυρίως για στρατιωτική δύναμη) καταλαμβάνω εκ τών προτέρων ή πριν από άλλους (α. «ο λόχος μας διατάχθηκε να προκαταλάβει το ύψωμα» β. «ἐβούλοντο τὴν Πλάταιαν αἰεὶ σφίσι διάφορον οὖσαν ἔτι ἐν εἰρήνῃ τε καὶ τοῡ πολέμου μήπως φανεροῡ καθεστῶτος …   Dictionary of Greek

  • προσερώ — έω, Α (ως μέλλοντας τού προσαγορεύω) 1. προσαγορεύω, προσφωνώ («ὕστατον δή σε προσεροῡσι νῡν οἱ ἐπιτήδειοι» Πλάτ.) 2. ονομάζω, αποκαλώ κάποιον με όνομα («τί προσεροῡμεν ὄνομα συμπάσας δυνάμεις;», Πλάτ.) 3. παθ. προσεροῡμαι, έομαι διατάσσομαι.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”